| BaseJump. Πρώτη φορά θεατής. (video) | |
|
|
Μέρα Πρώτη Μόλις έχουμε φτάσει με το φουσκωτό στην παραλία του Άι-Γιώργη του Δυσάλωνα, στη Σύμη. Σε έναν απόμερο, πανέμορφο κόλπο, με καταγάλανα νερά και λευκό βότσαλο. Το μάτι μου αρχίζει να σκανάρει προς τα πάνω το θεόρατο κάθετο βράχο απ’ όπου θα πηδήξουν. Επτά BaseJumpers μαζεμένοι, από διαφορετικές χώρες του κόσμου και εγώ, που από σατανική σύμπτωση με στείλανε να καλύψω το event. Το βλέμμα μου ανεβαίνει, ανεβαίνει κι ανεβαίνει κι άλλο, 1, 2, 3 δευτερόλεπτα, ίσως όσο θα διαρκέσει και η ελεύθερη τους πτώση πριν ανοίξουν το αλεξίπτωτο, μέχρι να σκαρφαλώσει η ματιά μου στα 230 μέτρα και να εντοπίσω το σημείο «εξόδου». Η πληροφορία διαγράφεται από το μυαλό μου, όπως διαγράφεται οτιδήποτε σε τρομάζει. Βρίσκω ένα σημείο που βολεύει για να τραβήξω τα άλματα, «κρύβομαι» πίσω από την οθόνη της μηχανής και περιμένω. Πρώτη πέφτει η Livia, η μόνη κοπέλα της ομάδας. Μια κουκίδα στην αρχή, ένα πελώριο αλεξίπτωτο στη συνέχεια. Αιωρείται μπροστά από το βράχο κατεβαίνοντας σχεδόν γαλήνια, σα να κάνει κούνια στο πάρκο, μέχρι να καταλήξει σε μια άψογη προσγείωση. Ο κόσμος που περιμένει στην παραλία χειροκροτεί, παιδάκια τρέχουν να την αγκαλιάσουν, μηχανές τραβάνε φωτογραφίες, η μουσική βαράει, τα σουβλάκια τσιτσιρίζουν, ο δήμαρχος χαίρεται και ο ενθουσιασμός παίρνει λίγα λεπτά αναβολή μέχρι να πέσει ο επόμενος… κι ο επόμενος… κι ο επόμενος. Κι εγώ τραβάω με τη μηχανή, κρυμμένη πίσω από το φακό και μετά κάνουμε όλοι μαζί βουτιά και πίνουμε μπύρες και λέμε Yia Mas και υμνούμε την easy going ζωή της Ελλάδας, ποπό χάλια περνάμε και άλλα τέτοια χιουμοριστικά… Πόσο καθόλου δεν έχω καταλάβει ακόμα τι έχω δει!
Μέρα Δεύτερη Στην ομάδα έχει προστεθεί άλλος ένας, o Giovanmaria. Σύνολο 8. Έχουν ήδη κάνει το πρώτο άλμα το πρωί και μόλις ξεκινάνε για το δεύτερο. Η διαδικασία είναι χρονοβόρα αν σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να φύγουν με φουσκωτό από την παραλία για το λιμάνι, να τους πάει το βαν στο ξενοδοχείο, να διπλώσουν ιεροτελεστικά τα αλεξίπτωτά τους, να ξεκινήσουν με το βαν για το βουνό, απ’ όπου θα κάνουν σχεδόν μια ώρα πεζοπορία και κατάβαση με σκοινιά, για να φτάσουν στο σημείο του άλματος. Έμεινα πίσω αναζητώντας μια σκιά για να αποφύγω την αυτανάφλεξη. Και κάπου εδώ νομίζω άρχισαν όλα. Όταν κάποια στιγμή πέρασε ο Αντρέας και μας έδειξε τις φωτογραφίες που είχε τραβήξει από την κορυφή. Από τη στιγμή που στέκονταν στην άκρη του βράχου και κάτω τους απλωνόταν ο κόλπος με τα τιρκουάζ νερά, από τη στιγμή που έπεφταν, που ήταν στον αέρα, που άνοιγε το αλεξίπτωτο. Κι εγώ κάπου εκεί κάτω μια κουκίδα. Και συνειδητοποιώ ότι πλέον τους ξέρω όλους με τα μικρά τους ονόματα και δεν είναι άγνωστες φάτσες στο youtube. Αυτός με το άσπρο κράνος είναι ο Στράτος, αυτός με το κίτρινο-μαύρο αλεξίπτωτο ο Νεκτάριος, αυτός με το χειμωνιάτικο σκούφο μέσα από το κράνος ο Dave, αυτός με τα tattoos ο Davis… O χρόνος που είχα περάσει μαζί τους, οι ιστορίες που περιγράφανε το προηγούμενο βράδυ, είτε δικές τους, είτε από άλλους BaseJumpers, οι συζητήσεις μας… όλα αρχίζουν να πιάνουν χώρο μέσα μου και ξαφνικά νιώθω ανυπομονησία και μια ταχυπαλμία επίσης. Όταν ήρθε η ώρα και έπεσε ο πρώτος για το δεύτερο άλμα της μέρας, εγώ κοίταξα για πρώτη φορά με γυμνό μάτι. Ένιωσα να ζαλίζομαι. Όπως φούσκωσε το αλεξίπτωτο, φούσκωσε και η αγωνία μου. Και μέχρι να ακουμπήσουν τα πόδια του στο έδαφος, τα συναισθήματά μου είχαν μπει στο τρενάκι του τρόμου και μου κουνούσαν το χέρι. Από την απόλυτη υπερδιέγερση, στον απόλυτο τρόμο και πίσω. Και στην προσγείωση ενθουσιασμός συναυλιακού επιπέδου, που δεν μπορούσα όμως να εκφράσω γιατί κράταγα την κάμερα, μόνο ένα μπράβο μου ξέφυγε και ακούγεται σε ένα βιντεάκι (νομίζω στην προσγείωση του Eric)! Κάπως έτσι πήγε μέχρι το τέλος… Κι αφού αποκαταστήθηκε η επαφή με τη γη από όλους, πέρα από μια ελαφριά κούραση ένιωθα μια απίστευτη ευφορία. Ένιωθα σχεδόν ευτυχισμένη! Κάπου είχα διαβάσει πριν λίγο καιρό, για τη θεωρία που λέει πως η ευτυχία είναι μεταδοτική. E, εγώ βρισκόμουν εκεί για να την επαληθεύσω! Δεν μπορεί πάρα να εισέπραττα τα δικά τους vibes, εγώ και όλοι όσοι βρίσκονταν στην παραλία εκείνο το απόγευμα. Όλοι φαίνονταν να νιώθουν το ίδιο. Χαρούμενοι. Ενθουσιασμένοι. Γαλήνιοι. Ζωντανοί. Και φυσικά μεθυσμένοι! Φύγαμε νύχτα πια από την παραλία, αφού πρώτα είχε τελεστεί ένας γάμος, εις το όνομα της κοινότητας των BaseJumpers, με μαυρισμένο παπά, χωρίς μούσια και μπλουζάκι αλλά με γυμνασμένους κοιλιακούς, ούζα, κλωνάρια πεύκο για ανθοδέσμη και παραλίγο πέτρες για ρύζι. Το φεγγάρι δεν ήταν ακόμη γεμάτο. Εμείς όμως ήμασταν. Μέρα Τρίτη Στο πλοίο του γυρισμού έκανα κάποιες σκέψεις. Έχουμε μάθει να αντιμετωπίζουμε το φόβο ως ένα αποτρεπτικό συναίσθημα, ως σήμα κινδύνου που λειτουργεί απαγορευτικά και καθηλωτικά. Υπάρχει όμως κι άλλος τρόπος να το δεις. Στο μυαλό μου ήρθε η απάντηση του Hubert. Τον ρώτησα αν υπάρχει κάτι που φοβάται. «Αισθάνομαι μεγάλο σεβασμό…*» ξεκίνησε να λέει. Η λέξη σεβασμός μου κλίκαρε… Η εκδοχή του να αντιμετωπίσεις τον φόβο ως σεβασμό επενεργεί σίγουρα πιο απελευθερωτικά αλλά και πιο ουσιαστικά. Αν μη τι άλλο, μπορείς να φοβάσαι, χωρίς αυτό να σε σταματάει απ’ το να προχωράς μπροστά. Και τέλος πάντων, ότι κι αν θες να κάνεις, απλά κάντο… Απλά, σκάσε και πήδα! * η συνέχεια στις συνεντεύξεις!
Θεώνη Δρακοπούλου |





